Η άσκηση έργου εκκαθαριστή, προσωρινού επιτρόπου και συνδίκου πτώχευσης

Εταιρική Αναδιάρθρωση και Πτώχευση 2007

 

1.Με ποιο τρόπο ένας πιστωτής εξασφαλίζεται με στοιχεία του ενεργητικού της εταιρείας;

Απάντηση:

Σύμφωνα με τα όσα ισχύουν στην ελληνική έννομη τάξη, ο πιστωτής μπορεί να εξασφαλιστεί με τα ακόλουθα δικονομικά μέτρα, δηλαδή:

 

α.με συντηρητική κατάσχεση

β.με ασφαλιστικά μέτρα

γ.με αναγκαστική διαχείριση

 

 

2.Σε ποιες περιπτώσεις είναι πιθανόν οι δοσοληψίες στις οποίες μετέρχεται κάποιος κατά τη διάρκεια της «ύποπτης περιόδου» να καταστούν άκυρες;

Απάντηση:

Εάν το δικαστήριο δεν ορίσει ημερομηνία παύσεως των πληρωμών η «ύποπτη περίοδος» αρχίζει 10 μέρες πριν από την έκδοση της αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση. Διαφορετικά, ο χρόνος της «ύποπτης περιόδου» καθορίζεται από τη δικαστική απόφαση, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 2 χρόνια. Και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να διενεργούνται πράξεις που να έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας, οι οποίες τελικώς θα έχουν δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις στις απαιτήσεις των πιστωτών.

 

3.Ποιες είναι οι ευθύνες των Διευθυντών (συγκεκριμένα αστικές, ποινικές ή διαγραφή) όταν συνεχίζουν να συναλλάσσονται κατά τη διάρκεια της «ύποπτης περιόδου»;

Απάντηση:

Οι Διευθυντές, όταν διενεργούν δικαιοπραξίες, ενεργούν ως νόμιμοι αντιπρόσωποι ή πληρεξούσιοι του πτωχού, καθόσον ο αντιπρόσωπος δεν δύναται να έχει περισσότερες εξουσίες από ότι ο αντιπροσωπευόμενος. Εφόσον ο πτωχός δεν έχει δικαίωμα οποιασδήποτε δικαιοπραξίας έτσι και ο Διευθυντής στερείται αυτού του δικαιώματος. Εάν παρά ταύτα με την ενέργεια του αυτή αποσκοπεί στην καταδολίευση των δανειστών, υπάρχει δόλια χρεοκοπία και επομένως, υφίσταται τις από το νόμο οριζόμενες ποινικές κυρώσεις μη αποκλειομένης και της εφαρμογής του άρθρου 914 ΑΚ (αδικοπρακτική ευθύνη).

 

Οι πράξεις των μελών του Δ.Σ. που έγιναν κατά τη διάρκεια της «ύποπτης περιόδου» είναι άκυρες (ανενεργείς).

 

4. Είναι σύνηθες να επιτευχθεί αναδιάρθρωση / αναβίωση εκτός δικαστηρίου στο δίκαιό μας; Υπό ποιες προϋποθέσεις είναι αυτό δυνατό;

Απάντηση:

Την ενίσχυση επιχειρήσεων που βρίσκονται σε κρίση με σκοπό τη διάσωσή τους επιδιώκει ο Αναπτυξιακός Νόμος 2601/1998 όπως ισχύει. Για την επίτευξη των σκοπών αυτών ο νόμος δίνει τη δυνατότητα σε ορισμένες προβληματικές επιχειρήσεις που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας να ενταχθούν, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, στο Ειδικό καθεστώς των επιχειρηματικών σχεδίων διάσωσης και αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων που βρίσκονται σε ιδιαίτερη δυσμενή πορεία, έτσι ώστε με τις επιχορηγήσεις και τις ενισχύσεις που θα τους δοθούν να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την κρίση, να εξυγιανθούν και να αναπτυχθούν.

 

 

5.Ποιες είναι οι διαδικασίες / στάδια που ακολουθούν τα δικαστήρια για εταιρείες που είναι προβληματικές;

Απάντηση:

Α.Εξυγίανση

Β.Αναγκαστική διαχείριση

Γ.Ειδική εκκαθάριση

Δ.Κήρυξη σε κατάσταση πτώχευσης

 

6. Ποια είναι τα κριτήρια τα οποία εφαρμόζονται στο δίκαιό μας για καθεμία από τις προαναφερθείσες διαδικασίες?

Απάντηση:

Η απάντηση στην εν λόγω ερώτηση δίνεται στην επόμενη ερώτηση.

 

7. Υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί μια εταιρεία να βρεθεί στις προαναφερθείσες διαδικασίες;

Απάντηση:

 

ΕΞΥΓΙΑΝΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Το νομικό πλαίσιο εξυγίανσης των προβληματικών και υπερχρεωμένων επιχειρήσεων διακρίνεται σε δυο στάδια:

Α. Το πρώτο στάδιο αφορά την επίτευξη της συμφωνίας μεταξύ πιστωτών και επιχείρησης. Η εν λόγω συμφωνία μπορεί να επιτευχθεί είτε απευθείας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών (άρθρο 44 του ν. 1892/1990 όπως ισχύει σήμερα) είτε με μεσολάβηση Επιτρόπου (άρθρο 45).

Αν επιτευχθεί η συμφωνία αυτή, επικυρώνεται από το Εφετείο και δεσμεύει όλους τους πιστωτές.

Β. Το δεύτερο στάδιο του νέου νομοθετικού πλέγματος του δικαίου της εξυγίανσης αφορά την ειδική εκκαθάριση για την οποία εφαρμογή έχουν τα άρθρα 46, 46α, 46β, 46γ του ν. 1892/1990. Προϋποθέσεις για την κατάρτιση συμφωνίας μεταξύ πιστωτών και επιχείρησης. Επιχειρήσεις που μπορούν να συνάψουν την συμφωνία του Άρθρου 44 ή ν υπαχθούν στην επιτροπεία του Άρθρου 45 είναι:

α. Αυτές που έχουν αναστείλει ή διακόψει την λειτουργία του λόγω οικονομικής αδυναμίας.

β. Αυτές που έχουν περιέλθει σε κατάσταση παύσης των πληρωμών.

γ. Αυτές που έχουν πτώχευση ή τεθεί από την διοίκηση και την διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής (Άρθρο 5 παρ. 1 εδ. γ΄ Ν. 1386/84).

δ. Αυτές που το σύνολο των οφειλών τους είναι πενταπλάσιο από το άθροισμα του εταιρικού κεφαλαίου και των εμφανών αποθεματικών τους και παρουσιάζουν έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους.

ε. Βιώσιμη όταν μπορεί να διατηρηθεί στην αγορά είτε με τις δικές τις δυνάμεις είτε μέσω μιας εξυγιαντικής διαδικασίας

Άλλη ουσιαστική προϋπόθεση που χαρακτηρίζεται ως γενική του Άρθρου 45 είναι η γραπτή συναίνεση της πλειοψηφίας των εταίρων ή μετόχων της επιχείρηση.

Αρνητική ουσιαστική προϋπόθεση για την επικύρωση της συμφωνίας των Άρθρων 44 και 45 του Ν. 1892/90 από το Εφετείο είναι να μην έχει διενεργηθεί πλειστηριασμός βασικών και σχετιζόμενων με την παραγωγική διαδικασία περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης (Άρθρο 45 & 10 του Ν.1892/90).

ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την κήρυξη της πτωχεύσεως διακρίνονται σε ουσιαστικές και τυπικές :

1.Ουσιαστικές

Α. Η πτωχευτική ικανότητα των φυσικών και νομικών προσώπων.

Β. Η παύση των πληρωμών.

 

Ως αδυναμία προς πληρωμή νοείται η μόνιμη κατάσταση του εμπόρου ο οποίος αδυνατεί λόγω έλλειψη χρηματικών μέσων να αντεπεξέλθει γενικώς στις άμεσες απαιτητές χρηματικές εμπορικές πράξεις.

2. Τυπικές προϋποθέσεις

Η έκδοση της δικαστικής απόφασης.

 

 

8. Παρακαλώ περιγράψτε συνοπτικά πώς μια  εταιρεία τοποθετείται σε κάθε διαδικασία;

Απάντηση:

ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Η πτώχευση κηρύσσεται με δικαστική απόφαση όταν υπάρχει πτωχευτική ικανότητα και παύση πληρωμών. Το δικαστήριο επιλαμβάνεται και αποφασίζει είτε μετά από αίτηση οποιουδήποτε πιστωτή εμπόρου, είτε μετά από δήλωση του εμπόρου ότι αναστέλλει τις πληρωμές του, είτε αυτεπάγγελτα. Την κήρυξη σε πτώχευση μπορεί να ζητήσει οποιοσδήποτε πιστωτής του εμπόρου ανεξάρτητα από το είδος των απαιτήσεών του.

 

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Για να υπαχθεί μια προβληματική και υπερχρεωμένη επιχείρηση στο καθεστώς της εκκαθάρισης του άρθρου 46 του ν. 1892/1990 πρέπει να υποβληθεί αίτηση και να συντρέχουν 2 ουσιαστικές προϋποθέσεις:

Α. Να πρόκειται για επιχείρηση που βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης

Β. Το ποσοστό που εκπροσωπεί ο αιτών ή οι αιτούντες πιστωτές να ανέρχεται στο 20% του συνόλου των ληξιπρόθεσμων χρεών της επιχείρησης.

Τυπική προϋπόθεση: Έκδοση δικαστικής απόφασης.

 

 

9. Για καθεμία από τις προαναφερθείσες διαδικασίες, τι είδους κοινοποιήσεις χρειάζονται οι δανειστές;

Απάντηση:

 

ΕΞΥΓΙΑΝΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Κοινοποίηση της αίτησης για επικύρωση της συμφωνίας που καταρτίστηκε μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Η αίτηση υποβάλλεται στο Εφετείο από την οφειλέτρια επιχείρηση ή από έναν τουλάχιστον από τους συμβαλλόμενους πιστωτές, είτε από κοινού με ποινή απαραδέκτου:

Α. Στους πιστωτές της επιχείρησης που δεν συμβλήθηκαν στη συμφωνία, όταν αυτοί είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το Ι.Κ.Α. και οι λοιποί ασφαλιστικοί οργανισμοί, Ο.Τ.Α., Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και Δημόσιες Επιχειρήσεις και

Β. Στα Πιστωτικά Ιδρύματα του Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα, των οποίων οι απαιτήσεις είναι ασφαλισμένες με υποθήκες ή προσημειώσεις επί των ακινήτων αυτής.

 

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Επιβολή κατάσχεσης με κατασχετήρια δήλωση. Επίδοση της κατασχετήριας δήλωσης.

Για την εκτέλεση περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, ο εκκαθαριστής συντάσσει «δήλωση», η οποία επέχει θέση κατάσχεσης, στην οποία περιγράφονται τα πλειστηριαζόμενα πράγματα. Η εν λόγω «δήλωση» επιδίδεται από τον εκκαθαριστή στην καθ’ ης η εκτέλεση επιχείρηση και μπορεί να προβεί αμέσως στην εγγραφή της στα βιβλία κατασχέσεων κάθε αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου.

 

ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Στην πτωχευτική διαδικασία, οι κοινοποιήσεις αναφέρονται στην απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση και είναι απαραίτητες για την έναρξη της προθεσμίας προς ανακοπή, έφεση, αίτηση ανακλήσεως και αναίρεση.

 

 

10. Με ποιο τρόπο μπορεί να πιστοποιηθεί το ότι η  εταιρεία έχει τοποθετηθεί σε καθεμία από αυτές τις διαδικασίες;

Απάντηση:    

Με λήψη πιστοποιητικού περί μη πτωχεύσεως της εταιρείας από το Τμήμα πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου όπου έχει την έδρα της η επιχείρηση.

 

11. Μπορούν οι ανέγγυοι πιστωτές να εξασφαλιστούν σε κάθε διαδικασία;

Απάντηση:

[Ενέγγυοι (εμπραγμάτως ασφαλισμένοι πιστωτές) είναι οι πιστωτές των οποίων η απαίτηση είναι ασφαλισμένη με ενέχυρο ή υποθήκη ή ειδικό προνόμιο υφισταμένων επί στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας].

 

Στην εξυγιαντική διαδικασία οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι πιστωτές (ενέγγυοι) εξομοιώνονται με όλους τους άλλους «ανέγγυους» πιστωτές, καθόσον η εμπράγματη ασφάλεια δεν τους οπλίζει με κανένα προνόμιο. Δηλαδή στην εν λόγω διαδικασία βλάπτονται και τα συμφέροντα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών (ενέγγυοι), οι οποίοι δεν έχουν στο δίκαιο της εξυγίανσης την προνομιακή μεταχείριση που τους επιφυλάσσει το πτωχευτικό δίκαιο, όπου οι ενέγγυοι διατηρούν το προνόμιό τους. Τούτο δε γιατί η εξυγιαντική διαδικασία αποσκοπεί στη θυσία των απαιτήσεων των πιστωτών – ανέγγυων ή ενέγγυων – χάριν της επιβίωσης μιας υπερχρεωμένης, αλλά βιώσιμης επιχείρησης. Ανάλογα ισχύουν και στην ειδική εκκαθάριση.

 

12. Μπορούν οι ενέγγυοι πιστωτές να εξασφαλιστούν σε κάθε διαδικασία;

Απάντηση:

Βλ. ερώτηση 11

 

13. Μπορούν να συμψηφιστούν ποσά μεταξύ της εταιρείας και των πιστωτών σε κάθε στάδιο;

Απάντηση:

 

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Στο στάδιο της ειδικής εκκαθάρισης ο εκκαθαριστής μπορεί να συμψηφίζει τις απαιτήσεις της επιχείρησης με τις ανταπαιτήσεις τρίτων (Μάζης, σελ. 160 και υποσημ. 282).

 

 

 

ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ

Στην εξυγιαντική διαδικασία δεν χωρεί συμψηφισμός, γιατί εάν συνέβαινε το αντίθετο, ο δανειστής θα ικανοποιούσε εξ ολοκλήρου την απαίτησή του με συμψηφισμό σε βάρος των άλλων δανειστών, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να υποστούν τη θυσία του περιορισμού των απαιτήσεών τους κατά την εν λόγω διαδικασία.

 

ΠΤΩΧΕΥΣΗ

Εφόσον οι προϋποθέσεις συμψηφισμού (ΑΚ 440) συνέτρεξαν πριν την πτώχευση, δεν εμποδίζεται ο μετά την κήρυξη της πτώχευσης συμψηφισμός. Αυτός γίνεται με μονομερή δήλωση του δανειστή – οφειλέτη του πτωχεύσαντος.

Επί προτάσεως του Δημοσίου συμψηφισμού απαιτήσεως από φόρους, για το επιτρεπτό του συμψηφισμού πρέπει οι φόροι αυτοί να έχουν βεβαιωθεί πριν την πτώχευση.

 

 

14. Ποιος διοικεί και έχει τη διαχείριση της εταιρείας σε καθεμία από τις ανωτέρω διαδικασίες;

Απάντηση:

 

ΕΞΥΓΙΑΝΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Επίτροπος Αρμοδιότητες

Ο επίτροπος

Α. δεν διοικεί την περιουσία της επιχείρησης όπως ο σύνδικος της πτωχεύσεως

Β. δεν έχει δικαίωμα αντιπροσώπευσης ή υποκατάστασης των πιστωτών

Γ. δεν έχει διαχειριστικές εξουσίες

Δ. ελέγχεται και εποπτεύεται από το Δικαστήριο και συνυπάρχει με τα όργανα της επιχείρησης

Ε. δεν αντικαθιστά τα όργανα της επιχείρησης.

 

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Εκκαθαριστής Αρμοδιότητες

Με την δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου που ορίζεται ο εκκαθαριστής, παύει αυτόματα χωρίς δηλαδή προηγούμενη κοινοποίησή της προς την επιχείρηση η εξουσία των οργάνων διοίκησης της εταιρείας. Στον εκκαθαριστή περιέρχεται η διοίκηση διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρείας. Η δημοσίευση της απόφασης για την υπαγωγή της επιχείρησης σε εκκαθάριση του Άρθρου 46 δεν συνεπάγεται αυτοδίκαια την λύση του νομικού προσώπου της εταιρείας και αυτό γιατί η εκκαθάριση του άρθρου 46 αφορά την εταιρική επιχείρηση και όχι την εταιρεία ως νομικό πρόσωπο.

 

ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Σύνδικος Εξουσίες

Μέσα σε τρεις (3) μέρες από τον διορισμό του ο οριστικός σύνδικος ζητεί την αποσφράγιση της περιουσίας και προβαίνει στην απογραφή αυτής. Μετά την αποσφράγιση και απογραφή, ο σύνδικος αναλαμβάνει την διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας. Ο νόμος καθορίζει ορισμένες πράξεις οι οποίες ενεργούνται από τον σύνδικο. Τέτοιες πράξεις είναι, συντηρητικές πράξεις, είσπραξη των απαιτήσεων, δικαστικές ενέργειες, συμβιβασμός, πώληση πραγμάτων που ανήκουν στον πτωχεύσαντα και συνέχιση της εμπορίας.

Εάν ο σύνδικος ενεργήσει με υπέρβαση των εξουσιών του ή δεν τηρήσει τις από τον νόμο διατυπώσεις, η ακυρότητα που επέρχεται μπορεί να προταθεί μόνο από τον πτωχεύσαντα και τους πιστωτές υπέρ των οποίων τέθηκαν οι περιορισμοί που διαγράφονται στον νόμο.

 

15. Πώς η εταιρεία χρηματοδοτεί τα έξοδα γι’ αυτές τις διαδικασίες;

Απάντηση:

Από τα τυχόν υπάρχοντα μετρητά χρήματα ή από την εκποίηση κινητών πραγμάτων της πτωχευτικής περιουσίας, μετά από άδεια του εισηγητή  δικαστή στην οποία και ορίζεται ο τρόπος πώλησής τους (π.χ. με δημόσιο πλειστηριασμό ,ιδιωτικά) .

 

 

16. Ποια είναι η επίδραση αυτών των διαδικασιών στους εργαζομένους;

Απάντηση:

 

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Από την επομένη ημέρα της υποβολής της αίτησης στο Εφετείο για την υπαγωγή της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση έχει ως συνέπεια, εκτός των άλλων, και την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας, με δυνατότητα προσωρινής παραμονής του προσωπικού της επιχείρησης (άρθρο 46α του ν. 1892/1990 όπως ισχύει).

[Σύμφωνα με το άρθρο 46 του ν. 1892/1990, επιχείρηση που έχει διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους (παύση πληρωμών, πτωχεύσεις κλπ) υποβάλλεται σε εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του Εφετείου της έδρας της επιχείρησης, έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών που εκπροσωπούν το 20% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της.]

Την τύχη των εργαζομένων σε όσο διάστημα διαρκεί η διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46α ρυθμίζει ευνοϊκότερα και κατά παρέκκλιση από το άρθρο 46 παρ. 5, η παρ. 2 εδ. 2 του άρθρου 46α, σύμφωνα με την οποία, το Εφετείο της έδρας της επιχείρησης με την απόφασή του για την υπαγωγή στο 46α, διατάσσει την προσωρινή παραμονή μέρους ή και όλου του προσωπικού της υπό εκκαθάριση επιχείρησης με δύο προϋποθέσεις: α. να υπάρχει αιτιολογημένη έκθεση των αιτούντων πιστωτών (51%) και β. να επιβάλλει το συμφέρον της εκκαθάρισης.

Εδώ ανακύπτει το πρόβλημα, πως θα γίνει η επιλογή του προσωπικού που θα παραμείνει ή θα απολυθεί και εάν όσοι απολυθούν θα αποζημιωθούν. Κατά την ορθότερη άποψη, οι εργαζόμενοι θα αποζημιωθούν, με την έννοια ότι θα καταταχθούν ως γενικοί προνομιούχοι δανειστές στον πίνακα κατάταξης, προηγούμενοι από κάθε άλλο δανειστή στη διαδικασία 2 του άρθρου 46α του ν. 1892/1990.

 

ΠΤΩΧΕΥΣΗ

Η σειρά κατατάξεως των πιστωτών από απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας στην πτώχευση ρυθμίζεται από τις διατάξεις του ΚΠολΔ (όρθρο 975 επ.), όπως αυτές τροποποιούνται από τις διατάξεις της πτωχευτικής νομοθεσίας (άρθρα 579, 581, 648 επ. ΚΠολΔ).

Οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα της κήρυξης της πτώχευσης ανήκουν στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων δυνάμει του άρθρου 975 αριθμ. 3, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985, το οποίο ορίζει ρητά ότι: «Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από τον χρόνο που προέκυψαν στην τάξη αυτή».

 

17. Ποια είναι η επίδραση της έναρξης των ανωτέρω διαδικασιών σε συμβόλαια που έχει υπογράψει η εταιρεία; Μπορεί η εταιρεία να ακυρώσει συμβόλαια που έχουν υπογραφεί κατά τη διάρκεια των διαδικασιών;

Απάντηση:

 

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Η θέση σε ειδική εκκαθάριση μιας επιχείρησης δεν συνιστά – καταρχήν – λόγο (το ίδιο όπως και στην πτώχευση) για αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων που εκκρεμούν με τις οποίες αυτή έχει δεσμευτεί προηγουμένως, εκτός φυσικά και εάν έχει τεθεί σχετική διαλυτική αίρεση.

Ο εκκαθαριστής, που  έχει τη διαχειριστική εξουσία, μπορεί να προβεί στην εκτέλεση της σύμβασης,  ζητώντας αντίστοιχα την εκπλήρωση από τον αντισυμβαλλόμενο της δικής του αντιπαροχής.

Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή εάν ο εκκαθαριστής δεν εκτελεί υπαίτια τη σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται να προβεί σε κάθε παρεχόμενο από το νόμο μέτρο, όπως σε υπαναχώρηση ή κατά περίπτωση, σε καταγγελία της σύμβασης, αναζήτηση αποζημίωσης κλπ.

 

ΠΤΩΧΕΥΣΗ

Εκκρεμότητα της σύμβασης συνιστά η μη πλήρως εκπληρωθείσα αμφοτεροβαρής σύμβαση. Μη πλήρως εκπληρωθείσα είναι η μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου, εφόσον έχει υπογραφεί το συμβολαιογραφικό έγγραφο, δεν έγινε όμως μεταγραφή αυτού. Ευχέρεια του συνδίκου να αρνηθεί την εκπλήρωση της σύμβασης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η ελευθερία του συνδίκου βρίσκει τα όριά της στις θεμελιώδεις αρχές των άρθρων 200, 281, 288 ΑΚ. Εφόσον ο σύνδικος δεν εκπληρώνει, ο αντισυμβαλλόμενος διατηρεί την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (ΑΚ 374). [Κοτσίρης,  Πτωχευτικό, σελ. 290]

 

 

18. Γενικά, με ποιο τρόπο οι πιστωτές διεκδικούν τα ποσά που τους οφείλονται σε κάθε διαδικασία;

Απάντηση:

Μετά τη ρευστοποίηση του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση επιχείρησης, ο εκκαθαριστής προχωρά στην ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.

Ο εκκαθαριστής συντάσσει πίνακα κατάταξης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 975 – 979 και 1007 του ΚΠολΔ, μετά από την αναγγελία των πιστωτών με σκοπό τη διανομή του προϊόντος εκκαθάρισης στους πιστωτές.

 

19. Ποια είναι η κατάταξη των απαιτήσεων σε κάθε διαδικασία; Συγκεκριμένα, υπάρχει κάποια προνομιακή θέση για συγκεκριμένους τύπους απαιτήσεων;

Απάντηση:

Για την κατάταξη των απαιτήσεων τόσο στη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης όσο και στη διαδικασία της πτώχευσης   έχουν εφαρμογή τα άρθρα 975 και 1007 ΚΠολΔ.  Για την κατάταξη των δανειστών ο νομοθέτης ακολουθεί το σύστημα των προνομίων:

1. Διακρίνει τους δανειστές σε 3 κατηγορίες: α. Γενικοί προνομιούχοι (975 ΚΠολΔ), β. Ειδικοί προνομιούχοι (975 ΚΠολΔ) και γ. Εγχειρόγραφοι, Ανέγγυοι δανειστές οι οποίοι δεν έχουν κανένα προνόμιο

2. Σε κάθε προνόμιο υπάρχουν τάξεις και καθεμία προηγείται της επομένης

3. Εάν υπάρχουν πολλοί δανειστές στην ίδια τάξη ή πολλοί εγχειρόγραφοι, τότε ικανοποιούνται με το σύστημα της σύμμετρης αναλογικής ικανοποίησης, δηλαδή ποσοστιαία ανάλογα με  την απαίτησή τους.

4. Αν συνυπάρχουν Γενικοί προνομιούχοι, Ειδικοί προνομιούχοι και Εγχειρόγραφοι, δανειστές, ο πίνακας συντάσσεται με τον ακόλουθο τρόπο:

α. Αφαιρούνται τα έξοδα της εκτέλεσης.

Β. Ικανοποιούνται απαιτήσεις από εξαρτημένη εργασία

Γ. Διανέμεται το πλειστηρίασμα σε ποσοστά και έτσι

Γ1 από το ένα τρίτο 1/3 ικανοποιούνται οι γενικοί προνομιούχοι του Άρθρου 975 κατά τάξη και

Γ2 από τα 2/3 οι ειδικοί προνομιούχοι του Άρθρου 976 πρώτοι και δεύτεροι τάξη

Δ. Από το υπόλοιπο ικανοποιούνται οι ειδικοί προνομιούχοι δανειστές του Άρθρου 976 τρίτη τάξη

Ε. Από ότι μένει ικανοποιούνται οι εγχειρόγραφοι δανειστές συμμέτρως. (978ΚΠολΔ)

Όλοι οι δανειστές, προνομιούχοι και εγχειρόγραφοι άσχετα με το προνόμιο τους και την τάξη τους κατατάσσονται οριστικά ή τυχαία.

Οριστική Κατάταξη σημαίνει ότι θα πάρουν τα χρήματα  που τους αναλογούν αμέσως

Τυχαία κατάταξη σημαίνει ότι δεν θα πάρουν τα χρήματά τους  μέχρι να αποδείξουν πλήρως, την απαίτηση τους ή η απαίτηση τους τελεί υπό αίρεση.

Έτσι κατατάσσονται τυχαία:

Α. Απαιτήσεις που τελούν υπό αίρεση

Β. Απαιτήσεις που είναι αμφίβολες

Γ. Απαιτήσεις που έχουν εξασφαλιστεί με προσημείωση που δεν έχει τραπεί σε υποθήκη. (979, 1007 ΚΠολΔ)

 

20. Πως κατατάσσεται το Δημόσιο για χρέη της εταιρείας προς αυτό σε καθεμία  από τις διαδικασίες;

Απάντηση:

Το προνόμιο του Δημοσίου διευρύνθηκε με αλλεπάλληλες νομοθετικές μεταβολές. Καλύπτει όλες τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του, δίχως να χρειάζεται να γίνεται διάκριση των αμέσων φόρων ή να υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί. Αυτά ισχύουν για όλες τις διαδικασίες.

 

21. Υπάρχει καμιά διαδικασία για διακανονισμό των απαιτήσεων των πιστωτών σε αυτές τις διαδικασίες;

Απάντηση:

ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου των απαιτήσεων, ο εισηγητής δικαστής συγκαλεί αυτεπάγγελτα τη συνέλευση των πιστωτών με θέμα την κατάρτιση πτωχευτικού συμβιβασμού.

Ο πτωχευτικός συμβιβασμός είναι η συμφωνία μεταξύ του πτωχού και των πιστωτών του για τη  διευθέτηση των πιστώσεων. Απαιτεί δικαστική επικύρωση, δεσμεύει όλους τους πιστωτές, ακόμη και εκείνους που δεν συμμετείχαν στην κατάρτιση του ή μειοψήφησαν κατά τη λήψη απόφασης.

Αποτελέσματα συμβιβασμού:

Α. Περατώνεται η πτώχευση

Β. Ανακτά ο πτωχός τη διαχείριση της περιουσίας του

Γ. Ενώνεται η πτωχευτική με την μεταπτωχευτική περιουσία

Δ. Διαλύεται η ομάδα των πιστωτών και παύει το λειτούργημα του συνδίκου, ο οποίος και οφείλει να λογοδοτήσει στον πτωχό

Ε. Ανακτώνται οι ατομικές διώξεις από τους πτωχευτικούς πιστωτές του πτωχού.

 

 

22. Τι γίνεται στο τέλος κάθε διαδικασίας;

Απάντηση:

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Η εκποίηση του ενεργητικού της επιχείρησης και η είσπραξη του τιμήματος από την πώληση είτε εξ ολοκλήρου είτε τμηματική και η διανομή αυτού στους πιστωτές με τον πίνακα κατάταξης οδηγούν στην ολοκλήρωση του έργου του εκκαθαριστή και στην περάτωση της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46α του ν. 1892/1990.

Μετά το πέρας των εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης, ο εκκαθαριστής, ως διαχειριστής ξένης υπόθεσης, έχει υποχρέωση (ΑΚ 303) παροχής λογοδοσίας στα όργανα της οφειλέτριας επιχείρησης, δηλαδή προς το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αναλαμβάνει πλήρως τα καθήκοντα του μετά το πέρας της εκκαθάρισης.

Η περαίωση της ειδικής εκκαθάρισης δεν διαπιστώνεται δικαστικά.

[Κοτσίρης – Αγγελίδου, σελ. 223-224]

Επίσης η περαίωση γίνεται και με ανάκληση της απόφασης του Εφετείου με την οποία διατάχτηκε η θέση της εποιχείρησης σε εδική εκκαθάριση.

 

ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Μετά τη διανομή και την πλήρη ικανοποίηση των πιστωτών με πίνακα κατάταξης περατώνεται η πτώχευση, οπότε επέρχεται και αποκατάσταση του πτωχού. Με την αποκατάσταση του πτωχού αίρονται οι συνέπειες ως προς το πρόσωπο του πτωχού. Η αποκατάσταση γίνεται με δικαστική απόφαση, μετά από αίτηση του πτωχού ή των κληρονόμων του, όταν συντρέχει ένας από τους παρακάτω λόγους:

1.    Έχουν περάσει 10 χρόνια από την κήρυξη της πτώχευσης

2.    Καταρτίστηκε πτωχευτικός συμβιβασμός, ο οποίος και επικυρώθηκε τελεσίδικα από το Δικαστήριο’

3.    Έγινε πλήρης ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών (κατά κεφάλαιο και τόκους)

Όταν η αποκατάσταση γίνεται επειδή ικανοποιήθηκαν πλήρως οι πιστωτές, η απόφαση που εκδίδεται, εκτός από την άρση των προσωπικών συνεπειών, έχει ως αποτέλεσμα και την περάτωση της πτώχευσης (18 παρ. 2 του ν. 635/1937).

Η αποκατάσταση έχει ως αποτέλεσμα την άρση των προσωπικών, ηθικών, μειωτικών κυρώσεων.

 

ΕΞΥΓΙΑΝΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Μετά τη λήξη της επιτροπείας επέρχονται τα εξής αποτελέσματα:

Α. Παύση του έργου του επιτρόπου. Αυτό ολοκληρώνεται με την πραγματοποίηση της εξυγιαντικής συμφωνίας του άρθρου 44 του ν. 1892/1990 και την προώθησή της από τα συμβαλλόμενα μέρη για επικύρωση.

Β. Άρση των αναστολών που αφορούν στην άσκηση μέτρων ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της επιχείρησης και στην τοκοφορία των  απαιτήσεων.

Γ. Η πτώχευση που είχε ανασταλεί προσωρινά λόγω της θέσης της επιχείρησης υπό επιτροπεία, μετά τη λήξη αυτής λόγω πραγματοποιήσεως της συμφωνίας δεν έχει λόγο ύπαρξης και ανακαλείται αυτοδίκαια από το νόμο.