4224/2013 ΚΤΔ

Κωδικας Τραπεζικης Δεοντολογιας Ν.4224

Δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ ο κώδικας δεοντολογίας των τραπεζων. Κλειδί για τη ρύθμιση των δανείων ο ορισμός ενός δανειολήπτη ως «συνεργάσιμου». Ποιες είναι υποχρεώσεις των τραπεζών, τι πρέπει να κάνουν οι καταναλωτές.

 

Ο διαχωρισμός ενός δανειολήπτη σε συνεργάσιμου ή μη και τα σφιχτά χρονοδιαγράμματα που έχουν μπει προκειμένου κάποιος να το αποδείξει, ώστε οι τράπεζες να του προτείνουν λύσεις για τη ρύθμιση των δανείων του, αποτελεί μία από τις βασικές αρχές, αν όχι τη βασικότερη, του Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών, που ενέκρινε η Τράπεζα της Ελλάδος και τίθεται σε4224/2013 ΚΤΔισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2015.

Όπως προβλέπεται από τον κώδικα που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, οι δανειολήπτες θα πρέπει εντός 15 εργάσιμων ημερών να παράσχουν στην τράπεζα πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών που θα τους ζητηθούν ώστε να χαρακτηριστούν συνεργάσιμοι προκειμένου εκείνη με τη σειρά της να προτείνει μία ή περισσότερες εναλλακτικές λύσεις ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης των δανείων τους. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αποχαρακτηρισμού τους ως συνεργάσιμοι, αυτό μπορεί να έχει συνέπεια τονεκπλειστηριασμό της κατοικίας όπου διαμένουν με νομικές διαδικασίες που προτίθεται να κινήσει το ίδρυμα.

Εκτός από την έννοια του συνεργάσιμου δανειολήπτη, που αποτελεί κλειδί για τη διευθέτηση των δανείων, και η έννοια των εύλογων δαπανών διαβίωσης υιοθετείται για τους σκοπούς εφαρμογής του Κώδικα. Υπενθυμίζεται ότι το Συμβούλιο Ιδιωτικού Χρέους έχει καθορίσει τις εύλογες μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης, οι οποίες για μια τετραμελή οικογένεια ανέρχονται στα 1.347 ευρώ καθαρά (δηλαδή χωρίς δαπάνες για φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, ενοίκια ή δόσεις δανείου). Το ποσό που... περισσεύει μπορεί να διατεθεί για αποπληρωμή των δόσεων.

Ο Κώδικας Δεοντολογίας περιγράφει κυρίως τα βήματα, τις προθεσμίες και το ελάχιστο περιεχόμενο της πληροφόρησης που οφείλουν να παρέχουν εκατέρωθεν οι τράπεζες και οι δανειολήπτες, ώστε να αξιολογούνται σωστά οι κίνδυνοι και η ικανότητα αποπληρωμής κάθε πιστούχου. Παράλληλα προτείνει τρία πακέτα λύσεων για ρύθμιση χρεών φυσικών και νομικών προσώπων (βραχυπρόθεσμες ρυθμίσεις, μακροπρόθεσμες και οριστική διευθέτηση) στις οποίες περιλαμβάνονται: η μερική διαγραφή χρεών, η παροχή πρόσθετης εξασφάλισης από τον δανειολήπτη, η πώληση και η ενοικίαση του ακινήτου η οποία μπορεί να συνοδεύεται από παραχώρηση του δικαιώματος διαμονής σε αυτό έναντι μισθώματος (συνήθως για ελάχιστη περίοδο τριών ετών). Επίσης στις ρυθμίσεις είναι η μεταβίβαση-πώληση του δανείου/αναπροσαρμοσμένο υπόλοιπο, σε άλλο ίδρυμα, πιστωτή ή χρηματοδοτικό σχήμα, η ανταλλαγή με στεγαστικό δάνειο μικρότερης αξίας αλλά και η ρευστοποίηση εξασφαλίσεων.

Για τις επιχειρήσεις, μεταξύ των ενδεικτικών ρυθμίσεων που παρουσιάζονται είναι η λειτουργική αναδιάρθρωση με αλλαγή της διοίκησης όταν οι πιστώτριες τράπεζες θεωρούν την επιχείρηση βιώσιμη υπό προϋποθέσεις, αλλά η υφιστάμενη διοίκηση δεν συνεργάζεται προς αυτήν την κατεύθυνση. Επίσης και η ανταλλαγή χρέους με μετοχικό κεφάλαιο.

Τύποι ρυθμίσεων

Βραχυπρόθεσμες ρυθμίσεις. Πρόκειται για ρυθμίσεις με διάρκεια μικρότερη των πέντε ετών και επιλέγονται συνήθως σε περιπτώσεις όπου οι δυσκολίες αποπληρωμής κρίνονται βάσιμα προσωρινές. Ενδεικτικά προτείνονται οι εξής λύσεις-επιλογές:

(α) Μόνο τόκοι: Κατά τη διάρκεια καθορισμένης βραχυπρόθεσμης περιόδου, καταβάλλονται μόνο τόκοι.
(β) Μειωμένες δόσεις: Μειώνεται το ποσό των τοκοχρεολυτικών δόσεων αποπληρωμής (το νέο ποσό δόσης ενδέχεται να είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο από το ποσό δόσης το οποίο θα αντιστοιχούσε σε ρύθμιση μόνο τόκων) για καθορισμένη βραχυπρόθεσμη περίοδο.
(γ) Περίοδος χάριτος: Παρέχεται στον δανειολήπτη η δυνατότητα προκαθορισμένης περιόδου αναστολής πληρωμών.
(δ) Αναβολή πληρωμής δόσης/εων: Παρέχεται στον δανειολήπτη συμβατικά η δυνατότητα να μεταφέρει χρονικά μία δόση του δανείου.
(ε) Τακτοποίηση καθυστερούμενου υπολοίπου: Τακτοποίηση του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, συνήθως μέσω συμφωνίας ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων και διατήρηση της απαίτησης για το άληκτο υπόλοιπο.
(στ) Κεφαλαιοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών: κεφαλαιοποίηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και αναπροσαρμογή του προγράμματος αποπληρωμής του οφειλόμενου υπολοίπου.



Μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις. Αφορά ρυθμίσεις με διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε ετών, με στόχο τη μείωση της δόσης, σε συνδυασμό με αύξηση του αριθμού τους και παράταση του χρόνου αποπληρωμής, λαμβάνοντας σε κάθε περίπτωση υπόψη συντηρητικές παραδοχές για την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη μέχρι τη λήξη του προγράμματος αποπληρωμής. Ενδεικτικά προτείνονται οι εξής λύσεις-επιλογές:

(α) Μόνιμη μείωση του επιτοκίου ή του συμβατικού περιθωρίου.
(β) Αλλαγή τύπου επιτοκίου από κυμαινόμενο σε σταθερό ή αντίστροφα.
(γ) Παράταση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου, δηλαδή της ημερομηνίας της τελευταίας συμβατικής καταβολής δόσης αυτού.

(δ) Διαχωρισμός της χορήγησης. Όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα συμφωνεί να διαχωρίσει ένα π.χ. ενυπόθηκο δάνειο δανειολήπτη σε δύο τμήματα:

i. ένα ενυπόθηκο δάνειο το οποίο ο δανειολήπτης εκτιμάται ότι μπορεί να αποπληρώνει με βάση την υφιστάμενη και την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής αυτού και
ii. στο υπόλοιπο τμήμα του αρχικού δανείου, το οποίο τακτοποιείται μεταγενέστερα με ρευστοποίηση περιουσίας ή με άλλου είδους διευθέτηση η οποία συμφωνείται εξαρχής από τα δύο μέρη.

(ε) Μερική διαγραφή χρεών. Αυτή η επιλογή προβλέπει την οριστική διαγραφή μέρους της συνολικής απαίτησης του πιστωτικού ιδρύματος ώστε να διαμορφωθεί σε ύψος που εκτιμάται ότι είναι δυνατόν να εξυπηρετηθεί ομαλά.
(στ) Πρόσθετη εξασφάλιση από τον δανειολήπτη στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ευνοϊκότερης για εκείνον ρύθμισης.

(ζ) Λειτουργική αναδιάρθρωση επιχείρησης. Αλλαγή της διοίκησης αυτής όταν οι πιστώτριες τράπεζες θεωρούν την επιχείρηση βιώσιμη υπό προϋποθέσεις, αλλά η υφιστάμενη διοίκηση δεν συνεργάζεται προς αυτήν την κατεύθυνση. Η συγκεκριμένη επιλογή δεν συνιστά από μόνη της τύπο ρύθμισης για τους σκοπούς αναφορών της παρούσας (απόφασης), αλλά δύναται να συνδυάζεται με τις υπόλοιπες επιλογές ρύθμισης.

(η) Συμφωνίες ανταλλαγής χρέους με μετοχικό κεφάλαιο. Εφαρμόζεται σε αναδιαρθρώσεις εταιρειών, όπου μέρος του χρέους μετατρέπεται σε μετοχικό κεφάλαιο και το πιστωτικό ίδρυμα καθίσταται μέτοχος της επιχείρησης, ώστε το υπόλοιπο του χρέους να μπορεί να εξυπηρετηθεί από τις προβλεπόμενες ταμειακές ροές του δανειολήπτη.

Οριστική διευθέτηση

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ορίζεται οποιαδήποτε μεταβολή του είδους συμβατικής σχέσης μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και του δανειολήπτη ή ο τερματισμός αυτής με στόχο την οριστική τακτοποίηση της απαίτησης του πιστωτικού ιδρύματος έναντι εκείνου.

Σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να συνδυάζεται με παράδοση (εθελοντική ή υποχρεωτική) της εμπράγματης εξασφάλισης στο πιστωτικό ίδρυμα προς μείωση του συνόλου της απαίτησης ή ακόμη και με ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων προς κάλυψη αυτής. Ενδεικτικά προτείνονται οι εξής λύσεις-επιλογές:

(α) Εθελοντική παράδοση ενυπόθηκου ακινήτου, χωρίς να απαιτηθεί προσφυγή σε δικαστικές ενέργειες εκ μέρους του πιστωτικού ιδρύματος. Στη σχετική συμφωνία προβλέπεται ο τρόπος διευθέτησης του τυχόν υπολοίπου.

(β) Μετατροπή σε χρηματοδοτική μίσθωση. Ο δανειολήπτης μεταβιβάζει την κυριότητα του ακινήτου στην τράπεζα υπογράφοντας σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία του εξασφαλίζει τη δυνατότητα μίσθωσης και χρήσης για ορισμένη ελάχιστη χρονική περίοδο (συνήθως πέντε έτη).

(γ) Πώληση και ενοικίαση. Ο δανειολήπτης μεταβιβάζει την κυριότητα του ακινήτου είτε στην τράπεζα είτε σε τρίτο. Η συμφωνία μπορεί να συνοδεύεται από παραχώρηση του δικαιώματος διαμονής στο ακίνητο έναντι μισθώματος (συνήθως για ελάχιστη περίοδο τριών ετών). Στη συμφωνία προβλέπεται σαφώς ο τρόπος διευθέτησης του τυχόν υπολοίπου.

(δ) Μεταβίβαση - πώληση του δανείου/αναπροσαρμοσμένο υπόλοιπο, σε άλλο ίδρυμα, πιστωτή ή χρηματοδοτικό σχήμα.

(ε) Ανταλλαγή με στεγαστικό δάνειο μικρότερης αξίας. Συμφωνία που επιτρέπει σε δανειολήπτη με οικονομικές δυσκολίες που έχει υποθηκευμένη την κύρια κατοικία του ή την επαγγελματική του στέγη να την πωλήσει αγοράζοντας νέα χαμηλότερης αξίας.

(στ) Διαχείριση σε εκκαθάριση. Ορίζεται η κατάσταση στην οποία η απαίτηση της τράπεζας αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας.

(ζ) Ρευστοποίηση εξασφαλίσεων. Ορίζεται η κατάσταση στην οποία το πιστωτικό ίδρυμα, έχοντας καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση, εκκινεί διαδικασίες ρευστοποίησης των εξασφαλισμένων για την ικανοποίηση της απαίτησής του.

(η) Δικαστικές/Νομικές Ενέργειες: Ορίζονται οι ενέργειες οριστικής διευθέτησης που μπορεί να λαμβάνονται σε περίπτωση απουσίας ή εξάντλησης των εξασφαλίσεων και αφορούν την εκκίνηση δικαστικών ενεργειών έναντι περιουσιακών στοιχείων του δανειολήπτη για την κάλυψη των απαιτήσεων του πιστωτικού ιδρύματος.